Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Η γυναίκα ως αντικείμενο ηδονής για τον αρχαίο έλληνα Παγανιστή


Ο Δημοσθένης στον Κατά Νεαίρας λόγο του (Λόγος 49, 122. Οratοτes Attici, έκδ.1850, σ. 931) λέγει: «Τας μεν γαρ εταίρας ηδονής ένεκεν έχομεν, τας δε παλλακάς της καθ' ημέραν θεραπείας του σώματος, τας δε γυναίκας του παιδοποιείσθαι γνησίως και των ένδον φύλακα πιστήν έχειν».


Δηλαδή: «Τις μέν εταίρες τις έχουμε για ηδονή, τις παλλακίδες για να εξυπηρετούν το σώμα μας καθημερινά, τις δε συζύγους για να τεκνοποιούν γνήσιους απογόνους και να είναι πιστοί φύλακες των σπιτιών μας»
Αφού είναι αρχαιολάτρες οι Νεοπαγανιστές, ας ακολουθήσουν το παράδειγμα των προγόνων μας. Αν πάλι δεν θεωρούν το παράδειγμά τους σωστό, πώς είναι αρχαιολάτρες;

«Σύμφωνα με τα έθιμα που μάς παραδίδουν ο Στράβων, ο Ηρόδοτος και ο Λουκιανός, η κάθε γυναίκα έπρεπε να καθίσει στον περίβολο του ναού και να δοθεί ερωτικά στον καθένα που θα της έρριχνε στην ποδιά ένα νόμισμα, ανεξάρτητα από την αξία του, μια κι επρόκειτο να παντρευτεί και παραβίαζε την εντολή της θεάς που όριζε ότι κάθε γυναίκα πρέπει να είναι στη διάθεση όλων χάριν της γονιμότητας. Οι ωραιότερες γυναίκες φυσικά και διαλέγονταν αμέσως, περίμεναν όμως άλλες τρία και τέσσερα χρόνια και δεν μπορούσαν να σηκωθούν πριν αυτή η πράξη συντελεστεί».<Από τη Μηδεια στη Σταχτοπουτα˙ η ιστορία του φαλλού, Λ. Ζωγράφου, εκδ. Αλεξάνδρεια > (σ. 115)

Η λέξη «έρως» άλλωστε χρησιμοποιούνταν κυρίως για να εκφράσει τα αμοιβαία αισθήματα έλξης μεταξύ του έφηβου και του παιδεραστή του, κι όχι παρόμοια αισθήματα μεταξύ ανδρών και γυναικών τα οποία σχετικώς σπάνιζαν. Ο Πλούταρχος π.χ. τον 2ο αι. μ.Χ. πριν κάνει απολογία υπερ του γάμου, θεωρεί υποχρέωσή του να αποδείξει ότι και τα κορίτσια μπορούν, όπως ακριβώς και τα αγόρια, να προκαλέσουν έρωτα στον άνδρα. Στον «Οικονομικό» του Ξενοφώντα ο Ισχόμαχος λέει για τη γυναίκα του: «Έπρεπε να βλέπει όσο γινόταν λιγότερο, να ακούει όσο γινόταν λιγότερο, και να κάνει όσο γινόταν λιγότερες ερωτήσεις». Άλλωστε τον 4ο αι. π.Χ. πολλοί Αθηναίοι φαίνεται πως είχαν από μια παλλακή εκατεστημένη στο σπίτι τους, δίχως να έχουν διώξει τη νόμιμη γυναίκα τους.


Ένας άνδρας της Αρχαίας Ελλάδας έχει πάντα το δικαίωμα να διώξει τη γυναίκα του, και όταν ακόμη δεν έχει τίποτε (μοιχεία, ανικανότητα) να την κατηγορήσει, ακόμα κι ενώ αυτή είναι σε εγκυμοσύνη. Απλώς πρέπει να επιστρέψει πίσω και την προίκα της, την οποία τού έδωσαν οι γονείς της. Αυτή ήταν η μοναδική υποχρέωσή του. Η γυναίκα επίσης έχει τυπικά δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, όχι όμως για μοιχεία [διότι οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως μόνο ο άντρας έχει τέτοιου είδους ελευθερία] αλλά π.χ. σε περιπτώσεις ξυλοδαρμού και γενικά άσχημης συμπεριφοράς προς αυτήν. Όμως στην πράξη αφενός έπρεπε να αποδειχθούν οι κατηγορίες αυτές –πράγμα δύσκολο, αφού λίγοι έβλεπαν τη γυναίκα – αφετέρου η κοινή γνώμη των Αρχαίων Ελλήνων δεν πολυεκτιμούσε τις γυναίκες που χώρισαν με αυτόν τον τρόπο από τον άντρα τους. Στη «Μηδεία» ο Ευριπίδης λέει γι’ αυτές «Να αφήσουν τον άντρα τους δεν είναι πολύ τιμητικό για τις γυναίκες και δεν τους επιτρέπεται να τον διώξουν». Άλλωστε, στην αρχαία Ελλάδα η γυναίκα θεωρούνταν σκευος ηδονής και η δική της ευχαρίστηση δεν λογαριαζόταν καθόλου. Ένας αρχαίος είχε πει "σε τι μας χρειάζονται οι γυναίκες; Αν μπορούσαμε να κάνουμε παιδιά ρίχνοντας το σπέρμα μας σε ένα χωράφι, θα μας ήταν άχρηστες".


Κατηγορούν, έπειτα από όλα αυτά, οι Νεοπαγανιστές τους Χριστιανούς ότι αυτοί θεωρούν το σεξ μόνο για παιδοποιία, επειδή είναι «θεϊκή εντολή». Πώς εξηγούν τους προαναφερθέντες αρχαίους νόμους κατά όσων δεν παντρεύονταν (που σημαίνει ότι για τους αρχαίους υπήρχαν δύο κατηγορίες γυναικών: οι «μηχανές παραγωγής παιδιών» - γι’ αυτό άξιζε ο γάμος – που μόνο γι’ αυτό τις παντρεύονταν κανείς, και οι εταίρες). Αν δεν μπορούν να τους εξηγήσουν ή αν λένε ότι καλώς υπήρχαν οι νόμοι αυτοί, να μην σχολιάζουν την Χριστιανική ερμηνεία και αντιμετώπιση της ηδονής και του γάμου.

Δηλαδή, ενώ για το Χριστιανισμό η γυναίκα-σεξουαλικός σύντροφος και η γυναίκα-μητέρα είναι το ίδιο πρόσωπο, και ρητά αναφέρεται το «μή αποστερείτε αλλήλους» στην Καινή Διαθήκη, στην αρχαιότητα υπάρχει ο διχασμός και επομένως η υποτίμηση της γυναίκας-μητέρας ως προς την γυναίκα-σύντροφο, αφού η πρώτη ήταν η «παραγωγός παιδιών», ενώ η δεύτερη ήταν η αδρά αμοιβόμενη πόρνη/εταίρα.


Οι Ν/Π νομίζουν ότι ο Χριστιανισμός αρνείται την ηδονή. Ο Χριστιανισμός δεν την αρνείται, αλλά έχει διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο της στη ζωή. Αν την αρνούνταν, θα αρνούνταν ένα δημιούργημα του Θεού:

Διαταγαί των Αγίων αποστόλων (PG 1, 980B): «Ούτε η νόμιμη συνεύρεση, ούτε η λεχωνιά, ούτε η περίοδος, ούτε η ονείρωξη μπορούν να μιάνουν τη φύση του ανθρώπου ή να χωρίσουν από το Άγιο Πνεύμα, εκτός μόνο από την ασέβεια και την παράνομη πράξη.».


Αποστολικοί κανόνες (PG 137, 141B) : «Εί τις επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, ή όλως του καταλόγου του ιερατικού, γάμου και κρεών και οίνου ου δι’ άσκησιν, αλλά δια βδελυρίαν απέχεται, επιλαθόμενος ότι πάντα καλά λίαν, και ότι άρσεν και θήλυ εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, αλλά βλασφημών διαβάλλει την δημιουργίαν, ή διορθούσθω, ή καθαιρείσθω, και της εκκλησίας αποβαλλέσθω. Ωσαύτος και λαϊκός


Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματείς Γ’ 7 «οι δε, δια μίσος το προς την σάρκα της κατά γάμον συναλλαγής και της των καθηκόντων βρωμάτων μεγαλήψεως αχαρίστως απαλλάττεσθαι ποθούντες, αμαθείς τε και άθεοι, αλόγως εγκρατευόμενοι, καθάπερ τα πλείστα των άλλων εθνών».

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, PG 94, 1533C: «Δεν προέρχεται λοιπόν εκ του σώματος η κακία, αλλά εκ της ψυχής». Το άκρως αντίθετο του Πλατωνισμού, που την σκέτη ύλη τη θεωρεί κακό.


«Από τις σωματικές ηδονές άλλες είναι φυσικές και συνάμα αναγκαίες, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατη η ζωή, όπως οι τροφές, που αναπληρώνουν τη φθορά, και τα απαραίτητα ρούχα, άλλες πάλι είναι φυσικές, όχι όμως αναγκαίες, όπως είναι οι κατά φύση και κατά νόμο γενετήσιες σχέσεις, και άλλες ούτε αναγκαίες ούτε φυσικές, όπως η λαγνεία και η αφθονία αγαθών που ξεπερνούν τις ανάγκες˙ γιατί αυτές δεν συντελούν ούτε στη διατήρηση της ζωής ούτε στη διαδοχή του γένους, αλλά προξενούν ζημιές. Αυτός λοιπόν που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει να επιδιώκει τις αναγκαίες και συνάμα τις φυσικές ηδονές, να βάζει σε δεύτερη μοίρα τις φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, γινόμενες στον καιρό και με τον τρόπο και το μέτρο που αρμόζουν, ενώ τις άλλες είναι ανάγκη οπωσδήποτε να τις αποφεύγει», γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (Έκδοσις ακριβής... Β', 13). Δεν υπάρχει απόρριψη της ηδονής εν γένει˙ αλλά διαφορετική ερμηνεία της.
«Η περιφρόνηση της ανθρώπινης κατάστασης και η έχθρα προς το σώμα ήταν ενδημική νόσος ολόκληρου του πολιτισμού αυτής της περιόδου˙ κι ενώ οι πιο ακραίες εκδηλώσεις της είναι κυρίως χριστιανικές ή γνωστικές, τα συμπτώματά της εμφανίζονται με πιο ελαφρά μορφή σε εθνικούς με καθαρά ελληνική μόρφωση˙ η νόσος αυτή εκφράζεται σε ευρεία ποικιλία μύθων και φανταστικών διηγήσεων, που αντλούνται είτε από ελληνικά είτε από ανατολικά πρότυπα (συχνά με αλλαγμένο νόημα ή διαφορετικά σημεία εμφάσεως), ενώ άλλες είναι κατά τα φαινόμενα καινούργιες(...). Αυτό το είδος ιδεών (...) οι εθνικοί μοραλιστές όπως ο Πλούταρχος και ο Επίκτητος τις καταδίκαζαν, και χριστιανοί με ελληνική παιδεία, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, αντιστέκονταν με σθένος απέναντί τους. Δεν έχουν ρίζες στην Παλαιά Διαθήκη»
<Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας, E.R. Doods, εκδ. Αλεξάνδρεια >(σ.67, 65, 66)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου