Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Ομοφυλοφιλικό και παιδοφιλικό όργιο η ειδωλολατρική αρχαία Ελλάδα

Εδώ και καιρό έχουν κυκλοφορήσει διάφορα πονήματα τα οποία προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Κατά καιρούς μάλιστα είχαν παρατεθεί τμήματα του Κατά Τιμάρχου τού ρήτορα Αισχίνη, ώστε μέσω αυτών να αποδειχτεί από τους Παγανιστές κι εθνικιστές αρχαιολάτρες ότι δεν υπήρχε ομοφυλοφιλία στην αρχαία Αθήνα. Παρακάτω εκτός από μερικά άλλα αποσπάσματα του ίδιου έργου, θα δούμε με αδιάσειστα στοιχεία, το τι συνέβαινε.

Αισχίνη, Κατά Τιμάρχου, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος.

74. Ξέρετε εκείνους τους τροφίμους των σπιτιών, οι οποίοι κάμνουν αυτήν την δουλειάν. Λοιπόν και αυτοί ακόμη, όταν αναγκάζονται να κάμουν αυτήν τη δουλειά, όμως εντρέπονται και κλείουν τις πόρτες. (...) Ξέρετε το επάγγελμα που εδιάλεξαν και επομένως γνωρίζετε κάθε στιγμή τι κάμνουν.

119. κάθε έτος η Βουλή εκθέτει εις δημοπρασίαν τον πορνικόν φόρον (...) οι ενοικιασταί του φόρου δεν απαιτούν φόρο με εικασίας, αλλά γνωρίζουν καλά ποίοι και ποίαι κάμνουν αυτή τη δουλειά.

136. (...) Ούτε αρνούμαι πως εγώ [=ο Αιχίνης] ο ίδιος και εις το παρελθόν και τώρα ακόμη αγαπώ τα παιδιά και αναγνωρίζω ότι γι’ αυτήν την δουλειά εμάλωσα και ξυλοκοπήθηκα με άλλους. Όσον δια τα ποιήματα [σημ.: 135: «..ερωτικά ποιήματα που έχω γράψει χάριν κάποιων νέων..»] που λέγουν ότι συνέθεσα, άλλα μεν τα αναγνωρίζω (...).

137. Ισχυρίζομαι ότι το (...) να γίνεται ένας νέος ερωμένος κάποιου ανδρός χωρίς χρήμα, επειδή τον αγαπά, είναι πολύ καλόν, αισχρόν δε είναι το να πορνεύεται αντί χρημάτων.

156. Γνωρίζετε, ω Αθηναίοι, τον Κρίτωνα υιόν του Αστυόχου και τον Περικλείδην του Περιθοίδη και τον Πολεμογένην και τον Πανταλέοντα και τον δρομέα Τιμησίθεον (...) οι οποίοι είχαν ερωτικόν σύνδεσμον με πολλούς και πολύ φρόνιμους άνδρας. Όμως κανείς ποτέ δεν τους κατηγόρησε γι’ αυτό.

Από το: Λόγος Ευβοϊκός ή Κυνηγός, του Δίωνα Χρυσόστομου, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος:

268R-269R: (οι πορνοβοσκοί) δημόσια εκθέτουν αιχμάλωτες γυναίκες ή παιδιά, ή με άλλο τρόπο αγορασμένα με λεφτά, για ατίμωση μέσα σε βρώμικα σπίτια, που είναι φανερά σε όλα τα μέρη της πόλης, και κει που περνούν οι άρχοντες και στις αγορές κοντά σε δημόσια κτήρια και σε ιερά, μήτε να σέρνουν σ’ αυτή την ατίμωση και τον εξαναγκασμό βάρβαρους μήτε Έλληνες (...) επειδή έχουν πέσει σε μεγάλη και βαρειά υποδούλωση, κάνοντας έργο πολύ χειρότερο και πιο πολύ ακάθαρτο από τους ιπποφορβούς και ονοφορβούς, αφού δεν βάζουν κτήνη [για να συνουσιασθούν] χωρίς να τα βιάζουν, θεληματικά πάνω σε κτήνη που θέλουν, χωρίς να ντρέπονται καθόλου, αλλά σμπρώχνουν πάνω σε ανθρώπους που ντρέπονται και δεν θέλουν, ανθρώπους μανιακούς κι ακόλαστους, για άσκοπη και ακόλαστη μίξη σωμάτων.

274R: Υπάρχει τρόπος, που αυτό το ακόλαστο γένος [των ανθρώπων] να μπορέση να κρατηθή από το να ατιμάση και να διαφθείρη τα αγόρια, (...) αφού με κάθε τρόπο χορτάση από ασέλγεια με τις γυναίκς κι αφού κορεσθή απ’ αυτή την απόλαυση;

Ο Σόλων σε τρία ποιήματά του εξυμνεί τις κιναιδικές σχέσεις ωρίμου ανδρός με ανήλικα αγόρια. Στο ένα λέει, ότι ευτυχισμένος κι αξιομακάριστος είναι εκείνος που έχει τα εξής τέσσερα πράγματα. Αγόρια που να τα χρησιμοποιεί σαν κιναίδους του, άλογα, κυνηγετικά σκυλιά, και φίλο στο εξωτερικό (Σόλων, απόσπασμα 21 (Bergk Th. , Hiller. E. Crusius O., Anthologia lyrica sice Lyricorum Graecorum veterum praeter Pindarum reliquiae potiores, BT)). Στο δεύτερο κατονομάζει ποια ακριβώς σημεία τους σώματος του αγοριού θέλει ο ίδιος ν’ απολαύσει (Πλούταρχος, Ερωτικός, 5, Αθηναίος, 13, 79).

«Φιλία θερμή ανεπτύχθη μεταξύ των δύο τούτων ανδρών (του Σόλωνος και του Πεισιστράτου) ένεκα της συγγενείας των, αυτή δε η φιλία έγινεν εγκαρδιωτέρα και λόγω της ευφυΐας και της ωραιότητος του Πεισιστράτου, διότι, καθώς λέγουν μερικοί, ο Σόλων διετέθη ερωτικώς προς αυτόν (...ερωτικώς τον Πεισίστρατον ασπαζομένου τού Σόλωνος...)» (Πλούταρχου, Σόλων, 1)

Για τους Μεγαρείς μαρτυρείται στα Σχόλια εις Θεόκριτον, ότι λάτρευαν σαν επιτόπιο ήρωα κάποιον θρυλικό Διοκλέα, επειδή σκοτώθηκε υπερασπιζόμενος τον κίναιδό του, κι ότι στην εορτή του τελούσαν αγωνίσματα κιναιδικών φιλημάτων, ο δε νικητής βραβευόταν με στεφάνι, που πήγαινε και το παρέδιδε στη μαμά του (Σχόλια εις Θεόκριτον, Αίτας (=12), επιγραφή, F. Dubner, Parisiis 1849).

Για τους Χαλκιδείς μαρτυρεί ο Αθηναίος, ότι μαζί με τους Κρήτες ήταν παράφοροι στα κιναιδικά («..περί τα παιδικά δαιμονίως επτόηνται..») (Αθηναίος, 13, 77 (601e)). Ο κιναιδισμός υπήρχε τόσο σαν ελεύθερος έρωτας όσο και σαν εμπορικός, ελεύθερος πάλι ή καταναγκαστικός, που πουλιόταν σε ειδικά πορνεία αρρένων, έτσι «πορνεία» λεγόμενα ή και «οικήματα», από επαγγελματίες κιναίδους ή από καταναγκασμένους (Αριστοφάνης, Ειρήνη, 11 («ηταιρηκώς). Ξενοφών, Απομνημονεύματα, 1, 6, 13 («πόρνος»). Δημοσθένης, Κατ' Ανδροτίωνος παρανόμων, 73 και Επιστολή Δ’ («πόρνος», «ηταιρηκώς»). Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 3 και 119 («πεπορνευμένος», «αισχρώς βεβιωκός»). Ησύχιος, λ. Κεραμεικός).

Ο ελεύθερος και μη εμπορικός κιναιδικός έρωτας μεταξύ δύο αρρένων, ωρίμου αντρός και ανηλίκου αγοριού ή εφήβου, συνήθως 7-20 ετών, ήταν νόμιμος και θεωρούνταν κάτι το ευγενές, ευγενέστερο μάλιστα από το φυσιολογικό και νόμιμο έρωτα αντρός και γυναικός, ενώ το επάγγελμα του κιναίδου του πορνείου θεωρούνταν αισχρό κι επονείδιστο. Ο τέτοιος κίναιδος λεγόταν «πόρνος», πεπορνευμένος», «ηταιρηκώς», «αισχρώς βεβιωκώς», εμποδιζόταν από την είσοδο στα ιερά και τη συμμετοχή στη λατρεία, αποστερούνταν από πολλά πολιτικά δικαιώματα (Δημοσθένης, Κατ' Ανδροτίωνος παρανόμων, 73. Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 3 και 15-16). Η προαγωγή και η έκδοση ελευθέρου ανθρώπου από τρίτον θεωρούνταν κακούργημα και τιμωρούνταν με θάνατο (Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 12 και 72 και 184). Αυτό χρησιμοποιούν οι διάφοροι παγανιστές και Αρχαιολάτρες για να μας πείσουν πως τάχα δεν υπήρχε ομοφυλοφιλία.

Το κράτος όμως διατηρούσε ή μίσθωνε σ' επιχειρηματίες «πορνεία» αρρένων (και θηλέων), όπου εκδιδόταν ή αυτοβούλως πήγαιναν, ελεύθεροι πολίτες κίναιδοι, που εισέπρατταν πόρνητρα (δηλαδή κιναιδιάτικα) για λογαριασμό τους, καταβάλλοντας και στο κράτος το «πορνικόν τέλος», που ψήφιζε η βουλή (Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 119-120), ή με τη βία δούλοι και Έλληνες αιχμάλωτοι πολέμου από άλλες ελληνικές πόλεις, οι οποίοι φυσικά δεν έπαιρναν καμία αμοιβή, αλλά εισέπραττε ολόκληρα τα πόρνητρά τους το κράτος ή ο μισθωτής επιχειρηματίας. (Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 13. Διογένης Λαέρτιος, 2, 31 και 1, 105 και 4, 46. Δίων Χρυσόστομος, Λόγος Ευβοϊκός (=7 ή 13), 133).

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες κίναιδοι έκαναν και «πιάτσα» στον Κεραμεικό. (Ησύχιος, λ. Κεραμεικός). Την τακτική αυτή των Αθηναίων και το φρόνημά τους σχετικά με τον κιναιδισμό εκφράζει ο Ξενοφών με το στόμα του Σωκράτους λέγοντας: «...Την ώραν εάν μεν τις αργυρίου πωλή τω βουλομένω, πόρνον αυτόν αποκαλούσιν, εάν δε τι, όν αν γνω καλόν τε καγαθόν εραστήν όντα, τούτον φίλον εαυτώ ποιήται, σώφρονα νομίζομεν» = «Εαν κανείς πουλάει τα σωματικά του κάλλη με χρήματα στον τυχόντα που τον θέλει, τον λένε πόρνο, αν όμως κανείς καταλάβει ότι κάποιος είναι ωραίος και καλός εραστής και τον κάνει φίλο του, αυτόν τον θεωρούμε σώφρονα» (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 6, 13).

Στον «ελεύθερο» και μη επαγγελματικό κιναιδισμό ο αρσενοκοίτης λεγόταν παλιότερα «παιδοφίλης» (Ψευτοθέογνις, 1357. Τηλεκλείδης άδηλον, απόσπασμα 26, στον Πολυδεύκη, 2, 76). Από τον Ε π.Χ. αιώνα, «ερών», «εραστής», παιδεραστής» (Πίνδαρος, Ολυμπιονίκες, 1, 23-25. Αριστοφάνης Αχαρνείς 265 και Ιππείς 732. Ξενοφών Απομνημονεύματα 1, 6, 13. Πλούταρχος, Λυκούργος 18, 8) ο δε κίναιδος παλιότερα «παις» (Σόλων, απόσπασμα 21. Αριστοφάνης Νεφέλες, 973) κι από τον Ε΄ π.Χ. αιώνα τα «παιδικά» (Βακχυλίδης, Παιάνες, απ. 4 (13), 80). Σοφοκλής, Αχιλλέως ερασταί, απόσπ. 157 Nauck. Ευριπίδης Κύκλωψ, 584, Θουκιδίδης, 1, 132, 5. Ξενοφών Κύρου ανάβασις 2, 6, 28. Πολυδεύκης 3, 71. Αθηναίος 13, 16.) ο «ερωμένος» (Αριστοφάνης, Ιππείς 737, Ξενοφών Συμπόσιο 7, 36. Πλούταρχος Λυκούργος 18, 9. Πολυδεύκης 3, 71), ο «καλός» (Βακχυλίδης, απ. 18. Αριστοφάνης Αχαρνείς 144 και Σφήκες 97-99. Πλούταρχος, Ερωτικός 16).

Ο συνηθέστερος όρος, «τα παιδικά», που τον χρησιμοποιούν πρώτοι ο Βακχυλίδης και οι τραγικοί Σοφοκλής και Ευριπίδης (ένθ. ανωτ.), όταν εξυμνούν τις κιναιδικές σεξουαλικές σχέσεις, σημαίνει μερικές μεν φορές το είδος των σεξυαλικών σχέσεων, ήτοι «σχέσεις με αγόρι», τις δε περισσότερες φορές το ίδιο το αγόρι, έτσι σε πληθυντικό αριθμό ουδετέρου γένους, ακόμη κι όταν πρόκειται για αγόρι. Αυτό το ουδέτερο πληθυντικό «τα παιδικά» εκφράζει και την περιφρόνησι των παιδεραστών προς το ερώμενο αγόρι. Και τον εκ μέρους των υποβιβασμό του σε ευτελές και απρόσωπο και σχεδόν άψυχο αντικείμενο και πράγμα. Δεν έλεγαν π.χ. «Ο Αρίστιππος και ο ερωμένος του Κράτιππος», αλλά «ο Αρίστιππος και τα παιδικά του», σα νάλεγαν «ο Αρίστιππος και τα υλικά του ηδονισμού του που είναι συναρμολογημένα σ' ένα αγορίστικο κορμί που σαλεύει».

Όπως ιστορεί ο Ηρόδοτος, ο Περίανδρος κάνοντας παιδομάζωμα στους Έλληνες της Κέρκυρας, μάζεψε 300 ανήλικα αγόρια, τα φόρτωσε σ' ένα καράβι, και τάστειλε πεσκέσι στο Λυδό βασιλέα Αλυάττη (τον πατέρα του Κροίσσου), για να τα ευνουχίσει και να τα χρησιμοποιήσει στο χαρέμι του σαν κίναιδους. Ευτυχώς οι Σάμιοι άρπαξαν με τέχνασμα το καράβι από τους Κορίνθιους κι επέστρεψαν τα παιδιά στους γονείς τους στην Κέρκυρα (Ηρόδοτος, 3, 48, 2). Η πράξη αυτή του Περίανδρου δείχνει ότι κι ο ίδιος είχε χαρέμι ανηλίκων αγοριών, αφού του περίσσευαν τέτοια και για τους φίλους του ξένους ηγεμόνες.

Οι Θουκιδίδης και Αριστοτέλης εκθέτουν διαφορετικά τα πράγματα για τους δήθεν τυραννοκτόνους Αρμόδιο και Αριστογείτωνα, που δήθεν σκότωσαν τον τύραννο Ίππαρχο επειδή ήταν δημοκράτες. Κατ' αρχήν ο Ηρόδοτος λέει για το κιναιδικό ζευγάρι ότι ήταν φοινικικής καταγωγής και όχι Αθηναίοι (Ηρόδοτος, 5, 55, 1 έως 5, 58, 1 και από 5, 61, 1 έως 5, 62, 1). Έπειτα ο Θουκιδίδης λέει ότι ο κίναιδος Αρμόδιος κι ο αρσενοκοίτης Αριστογείτων, χωρίς να έχουν καμιά σχέσι με τη δημοκρατία και τα πολιτικά, σκότωσαν όχι τον τύραννο Ιππία, αλλά τον αδερφό του Ίππαρχο, όχι για πολιτική αντίσταση αλλά από κιναιδική ζηλοτυπία, διότι ο Ίππαρχος αποπειράθηκε να πείση τον Αρμόδιο να συνουσιαστούν, ο Αρμόδιος του αρνήθηκε, για να μη χαλάσει το χατήρι του εραστή του, ο Ίππαρχος για εκδίκηση πρόσβαλε την αδερφή του Αρμοδίου, κι ο Αρμόδιος μαζί με τον Αριστογείτονα σκότωσαν τον Ίππαρχο από αντεκδίκησι και προληπτική κιναιδική ζηλοτυπία και άμυνα. Δεν κατέλυσαν την τυραννία ούτε στράφηκαν καθόλου εναντίον της. Αυτά λέει ο Θουκιδίδης (6, 52, 3 έως 6,59, 4 και 1, 20, 2) και συμφωνεί μαζί του κι ο Αριστοτέλης (Πολιτικά, 5, 10 (1311α).

Ο Θεμιστοκλής κι ο Αριστείδης, όχι μόνο ήταν παράφοροι αρσενοκοίτες, αλλά ήταν και αντερασταί ερωτευμένοι και οι δυο με τον ίδιο νεαρό κίναιδο, κάποιον Στησίλεων (Πλουταρχος Θεμιστοκλής 3, 1-2)

Ο Σοφοκλής, κάποτε στη Χίο, σ' ένα επίσημο τραπέζι, δεν άντεξε κι επιτέθηκε σεξουαλικά μπροστά σε όλους σε ένα αγόρι που κερνούσε στους συνδαιτυμόνες κρασί. Άλλοτε πάλι στην Αθήνα, όπως συνήθιζαν οι έκφυλοι, τράβηξε έξω από τα τείχη της πόλης ένα αγόρι, στο οποίο είχε εκτονώσει κατά καιρούς τις ανώμαλες ορέξεις του κι ο Ευριπίδης, κι εκεί αφού ασχημόνησαν, το κιναιδικό αγόρι, που είχε, καθώς φαίνεται, μεγάλη πείρα από τραγικούς ποιητάς, άρπαξε τα ρούχα του Σοφοκλέους κι έφυγε μέσα στην πόλη, ενώ ο ποιητής αναγκάστηκε να πάει στο σπίτι του φορώντας τα πολύ μικρότερα ρούχα του αγοριού και να γελοιοποιηθεί σε όλη την πόλη. Όταν το έμαθε ο Ευριπίδης, το σχολίασε με κακεντρέχεια και δήλωσε ότι το ίδιο αγόρι το είχε χρησιμοποιήσει κι ο ίδιος πιο μπροστά, σαν κίναιδο. (Ίων Χίος και Ιερώνυμος Ρόδιος στον Αθηναίο, (Δειπνοσοφισταί) 13, 82 (604def)).

Δε γνωρίζουμε να καταδικάστηκε ο Ευριπίδης ή ο Σοφοκλής, σύμφωνα με τους νόμους (αν υπήρχαν τέτοιοι νόμοι) κατά ομοφυλοφιλίας. Γιατί άραγε; Θα μας το πουν οι gayλάτρες-αρχαιολάτρες.

Ο ρήτορας Ανδοκίδης σε μια αντιδικία του αντιμετώπισε εκ μέρους του αντιδίκου του Επιχάρους την κατηγορία ότι υπήρξε στη ζωή του πόρνος κίναιδος που εκδιδόταν με χρήματα. Η απάντησή του στην κατηγορία ήταν ότι κι ο Επιχάρης, που τον κατηγορούσε, έκανε την ίδια δουλειά (Ανδοκίδης, Περί των μυστηρίων, 100).

Ότι ο Αισχύλος ήταν έκφυλος και υμνητής του κιναιδισμού το λεν ο Πλούταρχος κι ο Αθηναίος, που τον καμαρώνουν γι' αυτό, και διασώζουν δυο σχετικά αποσπάσματά του (Πλούταρχος, Ερωτικός 5(751bc). Αθηναίος 13, 75 και 13, 79). Οι κιναιδικότερες τραγωδίες του Αισχύλου ήταν κατά τη μαρτυρία των δύο αυτών θαυμαστών του οι Κάβιροι και οι Μυρμιδόνες. Η δεύτερη ήταν εκείνη στην οποία ήθελε τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο κιναιδικό ζευγάρι. Ο διαβόητος Αθηναίος ρήτορας Δημοσθένης ήταν μόνιμος κίναιδος και μάλιστα και τραβεστί. Του άρεσε να φοράει γυναικεία ρούχα. Τον αποκαλούσαν με το παρατσούκλι «βάταλος». Έτσι αποκαλούσαν οι Αθηναίοι τότε τους θηλυπρεπείς και μονίμους κιναίδους. Αυτά τα λέει ο Αισχίνης σε δύο λόγους του, έναν πολιτικό και έναν δικανικό (Αισχίνης, Περί παραπρεσβείας 99. Κατά Τιμάρχου 126 και 131).

Σύμφωνα με το Στράβωνα (10, 3, 18) ο Δημοσθένης κατηγορούσε τον Αισχίνη ότι ήταν γιος μητέρας, η οποία χρησιμοποιόταν σαν πρόπολος και οργιάστρια της θεάς Μητρός κι ότι μερικές φορές είχε κάνει κι ο ίδιος τον πρόπολο βοηθώντας τη μητέρα του. Εννοείται ότι οι πρόπολοι των οργιαστικών θεών ήταν κίναιδοι και πόρνες. Ο Σπαρτιάτης Παυσανίας έστελνε τα προδοτικά γράμματα στους Πέρσες φίλους του μέσω των κιναίδων του, παραγγέλνοντας στον αποδέκτη να σκοτώνει τον κομιστή της. Όταν έστειλε όμως την τελευταία επιστολή στον Αρτάβαζο, με τον έμπιστο κίναιδό του, τον Αργίλιο, ο Αργίλιος είχε παρατηρήσει ότι κανείς από εκείνους που κόμιζαν τις επιστολές δεν επέστρεφε, μπήκε σε υποψία κι άνοιξε την επιστολή και τη διάβασε. Όταν είδε ότι ο λατρευτός του εραστής παρήγγελε και το δικό του
θάνατο, για να γλιτώσει, τον κατήγγειλε στους εφόρους, παραδίδοντας και την ένοχη επιστολή. Οι έφοροι θανάτωσαν το Παυσανία. Αυτά τα λέει ο Θουκιδίδης (1, 132, 1 έως 5: «...ο μέλλων τας τελευταίας βασιλεί επιστολάς προς Αρτάβαζον κομιείν, ανήρ Αργίλιος, ΠΑΙΔΙΚΑ ποτε ων ΑΥΤΟΥ (=Παυσανία) και πιστότατος εκείνω...»).

Τα άγαμα κορίτσια οι Σπαρτιάτες τα χρησιμοποιούσαν σεξουαλικώς μόνο παρά φύσιν (Εύπολις, άδηλον, απόσπ. 2. Αθηναίος 13, 20 και 13, 79), γι' αυτό από τους άλλους Έλληνες η διαστροφή αυτή λεγόταν «λακωνικός τρόπος» ή «λακωνίζειν». Ξεγύμνωναν τα κορίτσια τελείως μπροστά στους φιλοξενούμενούς των, για να τα επιδείξουν, ώστε αν τους αρέσουν, να τους τα προσφέρουν για να κοιμηθούν μαζί τους (Άγνων, Αθηναίος ενθδ. αν. Σούμμα, Ησύχιος λ. «λακωνικόν τρώπον περαίνειν»).

Στα ποίηματα του Θέογνι (ΕΚΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ π.Χ.), για πρώτη φορά ο Γανυμίδης φαίρεται να είναι κίναιδος του Δία κι όχι απλώς οινοχόος των θεών, όπως τον θέλει ο Όμηρος στον Ύμνον εις Αφροδίτην. (Θέογνις, 1345-1346).

Ο ποιητής Ίβυκος χαρακτηρίζεται σαν «ερωτομανέστατος περί τα μειράκια» δηλαδή τ' αγόρια (Αθηναίος, 13, 76, Σούμμα λ. Ιβυκος).

Σ' ένα ποίημα ο Ανακρέων απευθύνεται σε έναν από τους τρεις κίναιδούς του, το Σμερδία, και προσφωνώντας τον «τρις κεκορημένε Σμερδίη», καυχιέται για το πόσες φορές ασέλγησε επάνω του σε κάποιο όργιο (Ανακρέων, αποσπ. 301, 303, 308 και Αθηναίος 12, 57 και 13, 17 και Ευστάθιος Εις Ιλιάδα θ 488, Εις Οδύσσεια ε 306).

Νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν…

1 σχόλιο: